ἔαρ


ἔαρ
τὸ ἔαρ gen. ἔαρος / ἧρος весна (ср. лат. ver)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἔαρ" в других словарях:

  • ἔαρ — spring neut voc sg ἔαρ spring neut acc sg ἔαρ spring neut nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έαρ — (I) το (AM ἔαρ, Α και εἶαρ) 1. η άνοιξη 2. ομορφιά αρχ. 1. καθετί που βρίσκεται στην άνθησή του («ἔφηβοι... ἔαρ τοῡ δήμου») 2. φρ. α) «ἔαρ θ ὁρόωσα» με το γλυκό χαρούμενό της βλέμμα β) «γενύων... ἔαρ» το πρώτο χνούδι στο πρόσωπο τών εφήβων γ)… …   Dictionary of Greek

  • Μία χελιδὼν ἔαρ οὐ ποιεῖ. — См. Одна ласточка весны не делает …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • εἶαρ — ἔαρ spring neut voc sg (epic) ἔαρ spring neut acc sg (epic) ἔαρ spring neut nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἦρ — ἔαρ spring neut voc sg ἔαρ spring neut acc sg ἔαρ spring neut nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἴαρι — ἔαρ spring neut dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἴαρος — ἔαρ spring neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐάρων — ἔαρ spring neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔαρι — ἔαρ spring neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔαρος — ἔαρ spring neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἤρεσιν — ἔαρ spring neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)